ανάλωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάλωση αναλώσεις
γενική ανάλωσης
& αναλώσεως
αναλώσεων
αιτιατική ανάλωση αναλώσεις
κλητική ανάλωση αναλώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάλωση < αρχαία ελληνική ἀνάλωσις < ἀναλίσκω / ἀναλόω / ἀναλῶ ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική consommation)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάλωση θηλυκό

  1. η κατανάλωση προϊόντος
    Τα στοιχεία τηρούνται στη βάση δεδομένων της Διεύθυνσης Ειδικών Φόρων Κατανάλωσης της Γενικής Διεύθυνσης Τελωνείων και ΕΦΚ και αποτυπώνουν τις αναλώσεις στην περίοδο από Οκτώβριο έως και Φεβρουάριο και για το 2011 - 2012 και για το 2012 - 2013. (*)
  2. το ξόδεμα υλικό ή συναισθηματικό, η σπατάλη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]