ανάμικτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανάμικτος ανάμικτη ανάμικτο
γενική ανάμικτου ανάμικτης ανάμικτου
αιτιατική ανάμικτο ανάμικτη ανάμικτο
κλητική ανάμικτε ανάμικτη ανάμικτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανάμικτοι ανάμικτες ανάμικτα
γενική ανάμικτων ανάμικτων ανάμικτων
αιτιατική ανάμικτους ανάμικτες ανάμικτα
κλητική ανάμικτοι ανάμικτες ανάμικτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάμικτος < ελληνιστική κοινή ἀνάμικτος < ἀνά και μίγνυμι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανάμικτος (& ανάμεικτος & ανάμιχτος & ανάμειχτος)

  1. που δεν αποτελείται από ένα στοιχείο (ουσιών, χρωμάτων, συναισθημάτων, τροφίμων) αλλά από παραπάνω, που είναι ανακατεμένος, όχι απαραιτήτως με δυσάρεστη έννοια όπως συνήθως το ανάκατος
    • Παγωγό παρφέ, ανάμικτο με κρέμα και φουντούκια και κομμάτια φρούτων και σοκολάτα
    • Χυμός ανάμικτος, Σαλάτα ανάμικτη
  2. ασαφής, που προκαλεί σύγχυση, με στοιχεία αντικρουόμενα, αλληλοσυγκρουόμενα, αντιφατικά
    • Ανάμικτα ήταν τα στοιχεία που δόθηκαν στη δημοσιότητα για τη μεταποίηση στην Κίνα τον Μάρτιο, με τον δείκτη PMI που δημοσιεύει η HSBC να υποδεικνύει περαιτέρω εξασθένηση της δραστηριότητας, σε αντίθεση με τον επίσημο PMI που έδειξε επέκταση.
    • Τα συναισθήματά του ήταν ανάμικτα και ένιωθε σύγχυση
  3. νοθευμένος (σπάνια χρήση)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]