ανάξεση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάξεση < αναξέω, ερεθίζω με ξύσιμο < ανά + ξέω (ξύνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάξεση θηλυκό

  • επαναφορά των παλιών πληγών στην επιφάνεια, επιστροφή σε κάτι άσχημο που έχει συμβεί στο παρελθόν