ανάπαιστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάπαιστος < αρχαία ελληνική ἀνάπαιστος < εκ του ρήματος ἀναπαίω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάπαιστος ανάπαιστοι
γενική αναπαίστου
& ανάπαιστου
αναπαίστων
& ανάπαιστων
αιτιατική ανάπαιστο αναπαίστους
& ανάπαιστους
κλητική ανάπαιστε ανάπαιστοι

ανάπαιστος αρσενικό

  1. ο ανεστραμμένος δάκτυλος,
  2. ο αντιδάκτυλος
  3. αρχαίος ελληνικός στιχουργικός ρυθμός (μετρικός πους), κυρίως παιάνων κατά τον οποίο η ανάπτυξη του στίχου βασίζεται σε δύο άτονες συλλαβές όπου ακολουθεί μία τονισμένη, κατά συμβολισμό αποδίδεται ως υ υ -
  • Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη (Στων Ψα-ρων, την ο-λό, -μαυ-ρη ρα,-χη)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]