ανάπαμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάπαμα < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάπαμα αρσενικό

  • Η ανάπαυση του αγρού, η αγρανάπαυση, ο αγρός που δεν σπάρθηκε 1-2 χρόνια για να ανακτήσει τις ζωτικές δυνάμειες του
  1. Δεν θα βγάλω φέτος τομάτα, το' χω ανάπαμα (το περιβόλι)
    Θα σπείρω φέτος αλλά του χρόνου θα τ' αφήσω ανάπαμα



32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]