ανάπαμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάπαμα < ανά (πλήρως, παντού) + παύω + κατάληξη -μα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάπαμα αρσενικό

  • Η ανάπαυση του αγρού, η αγρανάπαυση, ο αγρός που δεν σπάρθηκε 1-2 χρόνια για να ανακτήσει τις ζωτικές δυνάμειες του
  1. Δεν θα βγάλω φέτος τομάτα, το' χω ανάπαμα (το περιβόλι)
    Θα σπείρω φέτος αλλά του χρόνου θα τ' αφήσω ανάπαμα



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]