ανάπαυση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάπαυση αναπαύσεις
γενική ανάπαυσης
& αναπαύσεως
αναπαύσεων
αιτιατική ανάπαυση αναπαύσεις
κλητική ανάπαυση αναπαύσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάπαυση < αρχαία ελληνική ἀνάπαυσις < ἀναπαύω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈna.paf.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάπαυση θηλυκό

  1. η ξεκούραση, ο ύπνος ή το διάλειμμα στις υποχρεώσεις -ιδιωματικά το λένε μερικοί ανάπαψη
    ώρα για ανάπαυση
    εβδομαδιαία ανάπαυση είναι η Κυριακή και για πολλούς το Σαββατοκύριακο
    ημέρα ανάπαυσης είναι κάθε αργία
  2. (με κεφαλαίο αρχικό) ονομασία οδών που συνήθως περνούν από κοιμητήρια
    οδός Αναπαύσεως
  3. η συγκρατημένη χαλάρωση της στάσης του σώματος σε στρατιωτική ή μαθητική παράταξη και το σχετικό παράγγελμα (Ανάπαυση!)
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: Προσοχή!
    Τους επέτρεψε να σταθούν σε στάση ανάπαυσης όση ώρα τους μιλούσε

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]