ανάπλαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάπλαση αναπλάσεις
γενική ανάπλασης
& αναπλάσεως
αναπλάσεων
αιτιατική ανάπλαση αναπλάσεις
κλητική ανάπλαση αναπλάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάπλαση < αρχαία ελληνική ἀνάπλασις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάπλαση θηλυκό

  1. η ανανέωση, η μεγάλη αλλαγή, σαν να πλάθεις κάτι από την αρχή, αναδημιουργία, αναμόρφωση
    ανάπλαση προσώπου με καταπολέμηση των ρυτίδων
    ανάπλαση της οδού Πανεπιστημίου σε πεζόδρομο
  2. η ζωηρή ανάκληση στη μνήμη κάποιου γεγονότος



Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]