ανάρπαστος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάρπαστος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανάρπαστος, -η, -ο

  1. (για εμπόρευμα) που έχει μεγάλη αξία στα μάτια των αγοραστών με αποτέλεσμα να πουλιέται αμέσως

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]