ανάρρωση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανάρρωση
γενική ανάρρωσης
& αναρρώσεως
αιτιατική ανάρρωση
κλητική ανάρρωση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάρρωση < αρχαία ελληνική ἀνάρρωσις

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈna.ɾɔ.si/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάρρωση θηλυκό

  • η βελτίωση της κατάστασης της υγείας ενός ασθενούς και η φάση κατά την οποία αρχίζει πλέον να αναλαμβάνει τις δυνάμεις του
  • Κάποιες ιώσεις μεταδίδονται όταν η νόσος είναι σε έξαρση, αλλά πολλές μεταδίδονται και στη φάση της ανάρρωσης


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]