ανάσχεση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάσχεση ανασχέσεις
γενική ανάσχεσης
& ανασχέσεως
ανασχέσεων
αιτιατική ανάσχεση ανασχέσεις
κλητική ανάσχεση ανασχέσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάσχεση < ελληνιστική κοινή ἀνάσχεσις < ἔχω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάσχεση θηλυκό

  • η παρεμπόδιση της εξέλιξης ενός δυσάρεστου γεγονότος ή φαινομένου, η συγκράτηση και η επιτυχής αντιμετώπιση ενός κινδύνου
    το 2ο Σύνταγμα κινήθηκε με σκοπό την ανάσχεση της εχθρικής επίθεσης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]