ανάσχω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα προτείνεται στον κατάλογο των σελίδων για διαγραφή με το σχόλιο: υπάρχει όντως αυτός ο τύπος ως ενεστώτας;. Παρακαλούμε δώστε τη γνώμη σας στη σελίδα συζήτησης του άρθρου ή προσθέστε το στο χώρο Συζήτησης: Βικιλεξικό:Σελίδες υποψήφιες για διαγραφή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάσχω < αρχαία ελληνική ἀνάσχω, υποτακτική αορίστου β' (ἀνέσχον) του ρήματος ἀνέχω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανάσχω, στ.μέλλ.: θα ανασχέσω, αόρ.: ανάσχεσα και ανέσχεσα, παθ.φωνή: ανάσχομαι, παθ.φωνή:, μτχ.π.π.: ανασχεμένος

  • σταματώ (την εξέλιξη), εμποδίζω
    Εξαιτίας της μεγάλης προσπάθειας που κατέβαλε σε όλη του τη ζωή προκειμένου να διατηρήσει ζωντανή τη χριστιανική θρησκεία και να ανάσχει, όσο μπορούσε, το μεγάλο κύμα εξισλαμισμών που συνέβαινε τότε στην περιοχή, θεωρείται από πολλούς μελετητές ως ο πρόδρομος του Κοσμά του Αιτωλού. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]