ανέβασμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανέβασμα τα ανεβάσματα
      γενική του ανεβάσματος των ανεβασμάτων
    αιτιατική το ανέβασμα τα ανεβάσματα
     κλητική ανέβασμα ανεβάσματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέβασμα < μεσαιωνική ελληνική ἀνέβασμα (σκάλα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανέβασμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια του ανεβαίνω
    το ανέβασμα των επίπλων από μεταφορείς (αλλά η ανάβαση ανθρώπων στο βουνό)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]