Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανέγγιχτος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ανέγγιχτος η ανέγγιχτη το ανέγγιχτο
      γενική του ανέγγιχτου της ανέγγιχτης του ανέγγιχτου
    αιτιατική τον ανέγγιχτο την ανέγγιχτη το ανέγγιχτο
     κλητική ανέγγιχτε ανέγγιχτη ανέγγιχτο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ανέγγιχτοι οι ανέγγιχτες τα ανέγγιχτα
      γενική των ανέγγιχτων των ανέγγιχτων των ανέγγιχτων
    αιτιατική τους ανέγγιχτους τις ανέγγιχτες τα ανέγγιχτα
     κλητική ανέγγιχτοι ανέγγιχτες ανέγγιχτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανέγγιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέγγιχτος < ά- στερητικό + (ἐγγίζω) εγγικτ- + -ος [1][2]

Επίθετο

[επεξεργασία]

ανέγγιχτος, -η, -ο

  1. που δεν έχει αγγιχθεί
    παράδειγμα  Αυτή η γυναίκα βρε παιδί μου λες κι έμεινε ανέγγιχτη από το χρόνο
    παράδειγμα  Γιατί αφήσατε ανέγγιχτο το τζατζίκι μου; Πάλι έβαλα παραπάνω σκόρδο;
  2. αγνός
    παράδειγμα  Αυτές οι περιοχές έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τον τουρισμό και μπορείς να βρεις ανθρώπους που σου λένε "καλώς ήρθατε" χωρίς να σε κοιτάζουν στο πορτοφόλι
      Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
  3. (παρωχημένο) για κορίτσι που δεν έχει έως τώρα ερωτικές σχέσεις (με την έννοια ότι δεν το έχει αγγίξει ερωτικά κανένας άνδρας)

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ανέγγιχτος -  Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. ανέγγιχτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας