ανέγγιχτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανέγγιχτος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέγγιχτος < ά- στερητικό + (ἐγγίζω) εγγικτ- + -ος [1][2]
Επίθετο
[επεξεργασία]ανέγγιχτος, -η, -ο
- που δεν έχει αγγιχθεί
Αυτή η γυναίκα βρε παιδί μου λες κι έμεινε ανέγγιχτη από το χρόνο
Γιατί αφήσατε ανέγγιχτο το τζατζίκι μου; Πάλι έβαλα παραπάνω σκόρδο;
- αγνός
Αυτές οι περιοχές έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τον τουρισμό και μπορείς να βρεις ανθρώπους που σου λένε "καλώς ήρθατε" χωρίς να σε κοιτάζουν στο πορτοφόλι- ※ Ανταποκριτής του πρακτορείου Magnum, με ειδικότητα την έθνικ φωτογραφία, είχε ταξιδέψει σε ολόκληρο τον κόσμο ψάχνοντας για φυλές και πολιτισμούς ανέγγιχτους από τη σύγχρονη τεχνολογία. (Κώστας Ακρίβος, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο, 2007, σελ. 179)
- (παρωχημένο) για κορίτσι που δεν έχει έως τώρα ερωτικές σχέσεις (με την έννοια ότι δεν το έχει αγγίξει ερωτικά κανένας άνδρας)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη αγγίζω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ ανέγγιχτος - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ ανέγγιχτος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)