ανέγγιχτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική ανέγγιχτος ανέγγιχτη ανέγγιχτο
γενική ανέγγιχτου ανέγγιχτης ανέγγιχτου
αιτιατική ανέγγιχτο ανέγγιχτη ανέγγιχτο
κλητική ανέγγιχτε ανέγγιχτη ανέγγιχτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανέγγιχτοι ανέγγιχτες ανέγγιχτα
γενική ανέγγιχτων ανέγγιχτων ανέγγιχτων
αιτιατική ανέγγιχτους ανέγγιχτες ανέγγιχτα
κλητική ανέγγιχτοι ανέγγιχτες ανέγγιχτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέγγιχτος < άνέγγιχτος στην (καθαρεύουσα) < μεσαιωνική ελληνική λέξη άνάγγιχτος από α στερητικό και ἐγγίζω, παράλληλη με το ἄγγιχτος ως αντώνυμο του άγγιχτός ( < αρχαία ελληνική ἐγγύς)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανέγγιχτος

  1. που παραδόξως δεν τον έχουν αγγίξει, με την έννοια ότι βγήκε από μια περιπέτεια (συνήθως απρόσμενα) σώος και αβλαβής, αλώβητος, άθικτος (είτε από πολεμική σύγκρουση είτε από πολιτικό σκάνδαλο, είτε από οικονομική περιπέτεια, εκείνος που "την έβγαλε καθαρή")
    Αυτή η γυναίκα βρε παιδί μου λες κι έμεινε ανέγγιχτη από το χρόνο
  2. που δεν τον άγγιξαν επειδή δεν τον ήθελαν, ανέπαφος, άθικτος
    Γιατί αφήσατε ανέγγιχτο το τζατζίκι μου; Πάλι έβαλα παραπάνω σκόρδο;
  3. (μειωτικά) έμμεσα, για κάποιον που εννοούμε ότι βγαίνει ανέγγιχτος ή αλώβητος επειδή είναι αναίσθητος, αδιάφορος ασυγκίνητος
  4. αγνός
    Αυτές οι περιοχές έχουν μείνει σχετικά ανέγγιχτες από τον τουρισμό και μπορείς να βρεις ανθρώπους που σου λένε "καλώς ήρθατε" χωρίς να σε κοιτάζουν στο πορτοφόλι
  5. (παρωχημένο) για κορίτσι που δεν έχει έως τώρα ερωτικές σχέσεις (με την έννοια ότι δεν το έχει αγγίξει ερωτικά κανένας άνδρας)


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]