ανέγερση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέγερση < Πρότυπο:το χτίσιμο ενός κτιρίου, εκκλησίας κ.α.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανέγερση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος ανεγείρω, η οικοδόμηση, η κατασκευή ενός κτηρίου π.χ Η ανέργεση του ναού


Μεταφράσεις[επεξεργασία]