ανέλπιδος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέλπιδος < α- στερητικό + ελπίδα

Επίθετο[επεξεργασία]

ανέλπιδος

  1. χωρίς ελπίδα
  2. ανέλπιστος


Μεταφράσεις[επεξεργασία]