Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανέλπιστα

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἀνέλπιστα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /aˈnel.pi.sta/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ανέλπιστα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
ανέλπιστα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέλπιστα < ἀνέλπιστ(ος) +

Επίρρημα

[επεξεργασία]

ανέλπιστα

  • κατά ανέλπιστο τρόπο, χωρίς να το περιμένει κανείς

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
ανέλπιστα < ανέλπιστ(ος) +

Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

ανέλπιστα