ανέλπιστα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈnel.pi.sta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νέλ‐πι‐στα
Ετυμολογία 1
[επεξεργασία]- ανέλπιστα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀνέλπιστα < ἀνέλπιστ(ος) + -α
Επίρρημα
[επεξεργασία]ανέλπιστα
- κατά ανέλπιστο τρόπο, χωρίς να το περιμένει κανείς
Συνώνυμα
[επεξεργασία]- ανελπίστως (λόγιο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] απρόβλεπτα για καλό
Ετυμολογία 2
[επεξεργασία]- ανέλπιστα < ανέλπιστ(ος) + -α
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]ανέλπιστα
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους (ανέλπιστο) του ανέλπιστος
Πηγές
[επεξεργασία]- ανέλπιστος, ανέλπιστα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανέλπιστα - Γεωργακάς, Δημήτριος. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -α (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επιρρήματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)