ανέλπιστος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- ανέλπιστος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀνέλπιστος. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + -έλπιστος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /aˈnel.pi.stos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : α‐νέλ‐πι‐στος
Επίθετο
[επεξεργασία]ανέλπιστος, -η, -ο
- απροσδόκητος, απρόβλεπτος, για κάτι καλό, που δεν τολμούσαμε ούτε να ελπίσουμε
ανέλπιστη τύχη- ※ Άλλοι όμως, πεισμωμένοι στην απιστία τους, βλέποντας τις αδελφές του Λαζάρου παραζαλισμένες από την ανέλπιστη χαρά τους, επωφελήθηκαν από τη γενική σύγχιση και έφυγαν απαρατήρητοι. (Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού. Κεφάλαιο ΜΒ, Λάζαρος, 1925)
Συγγενικά
[επεξεργασία]- ανελπισιά
- ανέλπιστα (επίρρημα)
- ανελπίστως
→ και δείτε τη λέξη ελπίδα
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- ανέλπιστος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ανέλπιστος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ανέλπιστος, ανέλπιστο - Δημήτριος Γεωργακάς. A Modern Greek-English Dictionary [Ελληνοαγγλικό λεξικό] (μόνο το γράμμα α) - Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα αν- από το στερητικό α- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)