ανέπαφη συναλλαγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

Ουσιαστικό - Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

  1. συναλλαγή με ανέπαφη τραπεζική κάρτα (πιστωτική ή χρεωστική) για αγορές με πλαφόν ανά απόδειξη (πχ. €25)
  2. συναλλαγή με κινητό που φέρει ειδική εφαρμογή

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Δείτε επίσης: ανέπαφη, συναλλαγή