ανέστιος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανέστιος < αρχαία ελληνική ἀνέστιος < ἀν- στερητικό + ἑστία

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανέστιος, -α, -ο

  1. που είναι χωρίς σπίτι (εστία), ο άστεγος
    Kατήντησα σχεδόν ανέστιος και πένης. (Κ.Π. Καβάφης, "Ας φρόντιζαν")
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα: άσπιτος, αστέγαστος, άστεγος
  2. που είναι χωρίς μόνιμη διαμονή, ο περιπλανώμενος
  3. αυτός που δεν έχει πατρίδα και έδαφος να επιστρέψει, ο λαός χωρίς κράτος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]