Μετάβαση στο περιεχόμενο

ανέψι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ανέψι τα ανέψια
      γενική του ανεψιού των ανεψιών
    αιτιατική το ανέψι τα ανέψια
     κλητική ανέψι ανέψια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανέψι < ανίψι

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ανέψι ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Ποντιακά (pnt)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ανέψι < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
  1. ανίψι
  2. εγγόνι
  • (Χρειάζεται τεκμηρίωση…)