ανήκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανήκω < ἀνα- + ἥκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ανήκω

  1. είμαι μέρος ενός συνόλου
  2. αποτελώ τμήμα της περιουσίας κάποιου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]