ανήσυχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: ἀνήσυχος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανήσυχος ανήσυχη ανήσυχο
γενική ανήσυχου ανήσυχης ανήσυχου
αιτιατική ανήσυχο ανήσυχη ανήσυχο
κλητική ανήσυχε ανήσυχη ανήσυχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανήσυχοι ανήσυχες ανήσυχα
γενική ανήσυχων ανήσυχων ανήσυχων
αιτιατική ανήσυχους ανήσυχες ανήσυχα
κλητική ανήσυχοι ανήσυχες ανήσυχα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανήσυχος < ελληνιστική κοινή ἀνήσυχος < ἀν- + αρχαία ελληνική ἥσυχος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανήσυχος, -η, -ο

  1. που δεν είναι ήσυχος, που έχει αναστατωθεί ή ταραχτεί για κάτι
    συνώνυμα: αναστατωμένος, ταραγμένος
    αντώνυμα: ήσυχος, ήρεμος
  2. αεικίνητος
    αντώνυμα: ακίνητος, στάσιμος
  3. που ψάχνει, που ερευνά, που δεν επαναπαύεται
    συνώνυμα: ερευνητικός
    αντώνυμα: αδιάφορος

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]