ανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀνία, άνοια

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανία ανίες
γενική ανίας ανιών
αιτιατική ανία ανίες
κλητική ανία ανίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανία < αρχαία ελληνική ἀνία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανία θηλυκό

  • δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που προκαλείται από την πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος σε κάτι με το οποίο ασχολείται κανείς, ή από την έλλειψη κάποιας απασχόλησης που τραβά τη προσοχή
    Ο Μπερνάρ ανέχεται τον ισχυρό χαρακτήρα της πανέξυπνης συζύγου του, αλλά εκείνη σύντομα αρχίζει να ασφυκτιά από την ανία της επαρχιακής ζωής και τη μετριότητα του άντρα της.[1]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Παρώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές [επεξεργασία]

  1. «Το κρυφό πάθος της Τερέζ Ντ.», εφημερίδα Η ΑΥΓΗ, 22 Αυγούστου 2013