αναίμακτος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική αναίμακτος αναίμακτη αναίμακτο
γενική αναίμακτου αναίμακτης αναίμακτου
αιτιατική αναίμακτο αναίμακτη αναίμακτο
κλητική αναίμακτε αναίμακτη αναίμακτο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναίμακτοι αναίμακτες αναίμακτα
γενική αναίμακτων αναίμακτων αναίμακτων
αιτιατική αναίμακτους αναίμακτες αναίμακτα
κλητική αναίμακτοι αναίμακτες αναίμακτα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναίμακτος < αρχαία ελληνική ἀναίμακτος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναίμακτος

  1. που γίνεται χωρίς αίμα, χωρίς αιματοχυσία
  2. (μεταφορικά) χωρίς τη χρήση βίας ή χωρίς να υπάρχουν απώλειες, αντίποινα και λοιπά

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]