αναίσθητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναίσθητος αναίσθητη αναίσθητο
γενική αναίσθητου αναίσθητης αναίσθητου
αιτιατική αναίσθητο αναίσθητη αναίσθητο
κλητική αναίσθητε αναίσθητη αναίσθητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναίσθητοι αναίσθητες αναίσθητα
γενική αναίσθητων αναίσθητων αναίσθητων
αιτιατική αναίσθητους αναίσθητες αναίσθητα
κλητική αναίσθητοι αναίσθητες αναίσθητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναίσθητος < αρχαία ελληνική ἀναίσθητος < α- στερητικό + αἰσθάνομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.ˈnɛ.sθi.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /a.ˈnɛ.sθi.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /a.ˈnɛ.sθi.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναίσθητος, -η, -ο

  1. που χάνει τις αισθήσεις του από χτύπημα ή ασθένεια ή λήψη φαρμάκων που προκαλούν καταστολή ή νάρκωση
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: σε εγρήγορση, ξύπνιος, ξυπνητός
    πήρε κάτι χάπια και έμεινε αναίσθητος για 5 ώρες
    έπεσε κάτω αναίσθητος μόλις το άκουσε, λιποθύμησε
    έμεινε αναίσθητος από το χτύπημα
  2. (μεταφορικά) που δεν τρέφει αισθήματα, που δε συγκινείται, που δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες άλλων ατόμων ή και σε τυχόν συναισθηματική προσβολή του ίδιου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αδιάφορος, άκαρδος, ανάλγητος, άπονος, ασυγκίνητος, παγερός, ψυχρός, εγωιστής
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: ευαίσθητος, συμπονετικός, τρυφερός, φιλότιμος
    δεν ιδρώνει το αυτί του, είναι αναίσθητος
    μην προσπαθείς να τον φέρεις στο φιλότιμο, είναι αναίσθητος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]