αναβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβάλλω < ελληνιστική ἀναβάλλω < αρχαία ελληνική ἀναβάλλω

ανά + βάλλω.

Ρήμα[επεξεργασία]

αναβάλλω

  • μεταθέτω την εκτέλεση πράξεως σε μελλοντικό καθορισμένο ή ακαθόριστο χρόνο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

αναβάλλω= δεν κάνω κάτι και λέω ότι θα το κάνω άλλη φορά, π.χ. Αναβάλλουμε τον ποδοσφαιρικό αγώνα λόγω βροχής.