αναβάλλω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβάλλω < μεταγενέστερη ελληνική ἀναβάλλω < αρχαία ελληνική ἀναβάλλω

ανά + βάλλω.

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναβάλλω

  1. μεταθέτω την εκτέλεση πράξεως σε μελλοντικό καθορισμένο ή ακαθόριστο χρόνο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

αναβάλλω= δεν κάνω κάτι και λέω ότι θα το κάνω άλλη φορά, πχ Αναβάλλουμε τον ποδοσφαιρικό αγώνα λόγω βροχής.