αναβαθμολογήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναβαθμολογήτρια < αναβαθμολογητής + κατάληξη θηλυκού -τρια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναβαθμολογήτρια θηλυκό (αρσενικό αναβαθμολογητής)
- κάποια που αναβαθμολογεί
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναβαθμολογήτρια
|
|