αναβαπτισμέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

αναβαπτισμέ

  1. αναβαπτισμός, στην κλητική του ενικού