αναβλέπω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβλέπω < ανά + βλέπω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναβλέπω

  1. βλέπω προς τα πάνω, σηκώνω το βλέμμα.
  2. ανακτώ την όραση μου, ξαναβλέπω.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]