αναβολέας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναβολέας αναβολείς
γενική αναβολέα
& αναβολέως
αναβολέων
αιτιατική αναβολέα αναβολείς
κλητική αναβολέα αναβολείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβολέας σέλας
το οστάριο αναβολέας

αναβολέας και αναβολεύς αρσενικό

  1. μεταλλικός κρίκος που κρέμεται από τη σέλα. Χρησιμεύει στον αναβάτη για να ανέβει πάνω στη ράχη του ζώου.
    στήριξε το δεξί του πόδι στον αναβολέα και δίνοντας μια ώθηση βρέθηκε καβάλα στο άλογο
  2. ένα από τα τρία ακουστικά οστάρια του μέσω ωτός, αυτό που εφάπτεται στην ωοειδή θυρίδα στο έσω ους. Έχει σχήμα που μοιάζει με αναβολέα σέλας (για αυτό το λόγο άλλωστε πήρε αυτήν την ονομασία).

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]