Μετάβαση στο περιεχόμενο

αναβοσβήνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αναβοσβήνω < ανάβ(ω) + -ο- + σβήνω, (παρατακτικό σύνθετο)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.na.voˈzvi.no/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αναβοσβήνω

αναβοσβήνω, αόρ.: αναβόσβησα (χωρίς παθητική φωνή)

  1. (μεταβατικό) ανάβω και σβήνω κάτι διαδοχικά
    -Ρε, πατημένε κερατά! Δε γρικάς την κόρνα τόσην ώρα να κάμνεις στην άκρη να περάσω, ε; Δε θώρρεις τα φώτα που στα αναβόσβηνα; -Μη μού φωνάσκεις έχω ζάχαρο. -Άμα σου πατήσω μια θα φτύσεις καραμέλες
      1888-1944 Ναπολέων Λαπαθιώτης, Νυχτερινό, στίχ. 3 (1-4)
  2. (αμετάβατο) ανάβω και σβήνω (εγώ) διαδοχικά

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • Γεώργιος Μπαμπινιώτης (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Βʹ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Αʹ έκδοση: 1998)