αναβράζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβράζω < μεσαιωνική ελληνική ἀναβράζω < αρχαία ελληνική ἀναβράσσω < ἀνά + βράσσω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

αναβράζω

  1. βράζω, κοχλάζω, αφρίζω
  2. ξαναβράζω
  3. (για τρικυμισμένη θάλασσα) αφρίζω, φουσκώνω
  4. (για μούστο / κρασί) υφίσταμαι ζύμωση
  5. (μεταφορικά) ταράζομαι ψυχικά, εξοργίζομαι, εξάπτομαι
    Μέσα η καρδιά μου ανάβρασε, μα πάλι το θυμό μου / κατάπια και του λέω: (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]