αναβρυτήριο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναβρυτήριο αναβρυτήρια
γενική αναβρυτηρίου αναβρυτηρίων
αιτιατική αναβρυτήριο αναβρυτήρια
κλητική αναβρυτήριο αναβρυτήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναβρυτήριο < αναβρύω + -τήριο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναβρυτήριο ουδέτερο

  1. (λόγιο) σιντριβάνι, πίδακας
  2. (λόγιο) ξεχείλισμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]