Μετάβαση στο περιεχόμενο

αναγγελτήριο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το αναγγελτήριο τα αναγγελτήρια
      γενική του αναγγελτήριου
& αναγγελτηρίου
των αναγγελτήριων
& αναγγελτηρίων
    αιτιατική το αναγγελτήριο τα αναγγελτήρια
     κλητική αναγγελτήριο αναγγελτήρια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
αναγγελτήριο < αναγγέλλω + -τήριο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /a.naŋ.ɟelˈti.ɾi.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: αναγγελτήριο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

αναγγελτήριο ουδέτερο

  • το αγγελτήριο
      Οπότε την επόμενη μέρα ο Μπίθρος γύρισε στο σχολείο και είπε στους καθηγητές και τους μαθητές ότι ο διευθυντής τους είχε πεθάνει, και κόλλησε ένα αναγγελτήριο της κηδείας με μαύρο περίγραμμα στο προαύλιο...
    Χρίστος Χ. Παπαδημητρίου, Ανεξαρτησία, Αθήνα: Πατάκης, 2012

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]