αναγεννητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναγεννητικός αναγεννητική αναγεννητικό
γενική αναγεννητικού αναγεννητικής αναγεννητικού
αιτιατική αναγεννητικό αναγεννητική αναγεννητικό
κλητική αναγεννητικέ αναγεννητική αναγεννητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναγεννητικοί αναγεννητικές αναγεννητικά
γενική αναγεννητικών αναγεννητικών αναγεννητικών
αιτιατική αναγεννητικούς αναγεννητικές αναγεννητικά
κλητική αναγεννητικοί αναγεννητικές αναγεννητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγεννητικός < ελληνιστική κοινή ἀναγεννητικός < ἀναγεννάω < αρχαία ελληνική γεννάω / γεννῶ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική régénérateur)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναγεννητικός, -ή, -ό

  • που συντελεί στην αναγέννηση ή την προκαλεί
    Πρόκειται για ολοκληρωτική «μεταμόρφωση» ενός ενηλίκου κυττάρου η οποία αναμένεται να φέρει επανάσταση στον τομέα της αναγεννητικής ιατρικής: επιστήμονες μετέτρεψαν για πρώτη φορά έναν τύπο ενηλίκου κυττάρου σε έναν άλλο καταργώντας την ανάγκη για χρήση βλαστικών κυττάρων. (*)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]