αναγιώννω
Εμφάνιση
Κυπριακά (el-cyp)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναγιώννω < → λείπει η ετυμολογία
Ρήμα
[επεξεργασία]αναγιώννω (παθητική φωνή: αναγιώννουμαι)
- μεγαλώνω κάποιον σαν παιδί μου
- (για παιδιά) ανατρέφω
- (για ζώα) εκτρέφω
- (για φυτά) περιποιούμαι
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Παροιμίες
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- αναγιώννω - Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου του Δρ. Γιώργου Β. Γεωργίου. Κυπριακή Διάλεκτος @polignosi