αναγκασμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναγκασμός αναγκασμοί
γενική αναγκασμού αναγκασμών
αιτιατική αναγκασμό αναγκασμούς
κλητική αναγκασμέ αναγκασμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγκασμός < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναγκασμός αρσενικό

  1. η ενέργεια του αναγκάζω, η επιβολή της θέλησής μου πάνω σε άλλον ώστε να κάνει κάτι που θέλω εγώ, το οποίο είναι αντίθετο στις δικές του επιθυμίες


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]