αναγκαστικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ἀναγκαστικός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναγκαστικός αναγκαστική αναγκαστικό
γενική αναγκαστικού αναγκαστικής αναγκαστικού
αιτιατική αναγκαστικό αναγκαστική αναγκαστικό
κλητική αναγκαστικέ αναγκαστική αναγκαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναγκαστικοί αναγκαστικές αναγκαστικά
γενική αναγκαστικών αναγκαστικών αναγκαστικών
αιτιατική αναγκαστικούς αναγκαστικές αναγκαστικά
κλητική αναγκαστικοί αναγκαστικές αναγκαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγκαστικός < αρχαία ελληνική ἀναγκαστικός < ἀναγκάζω < ἀνάγκη < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *anḱ- (μοίρα, πεπρωμένο)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.naŋ.ɡa.sti.ˈkɔs/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναγκαστικός, -ή, -ό

  1. που επιβάλλεται αναγκαστικώς, από ανάγκη ή βία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αναπόφευκτος, επιβαλλόμενος, υποχρεωτικός
  2. καταπιεστικός
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φορτικός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]