αναγνωσματάριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναγνωσματάριο αναγνωσματάρια
γενική αναγνωσματαρίου
& αναγνωσματάριου
αναγνωσματαρίων
& αναγνωσματάριων
αιτιατική αναγνωσματάριο αναγνωσματάρια
κλητική αναγνωσματάριο αναγνωσματάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγνωσματάριο < ανάγνωσμα + -ριο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναγνωσματάριο ουδέτερο, (καθαρεύουσα) ἀναγνωσματάριον

  1. βιβλίο εκμάθησης ανάγνωσης, ιδιαίτερα σχολικό βιβλίο

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]