αναγνώστης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- αναγνώστης < ελληνιστική κοινή ἀναγνώστης < αρχαία ελληνική γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵneh₃-
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αναγνώστης αρσενικό (θηλυκό: αναγνώστρια)
- αυτός που διαβάζει ένα κείμενο
- ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- Παύλος Κόντος, Τα δύο ευ της ευτυχίας, Εισαγωγή στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, εκδόσεις: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2023, ISBN 978-960-524-512-2
- ※ Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που δεν αντιλαμβάνεται αυτή την πρόκληση επαναγραφής σαν βάλσαμο στην ανασφάλειά του και σαν απόδειξη του ότι τα βιβλία είναι ζωντανά πλάσματα που εξελίσσονται και αποζητούν τη φροντίδα των αναγνωστών, των εκδοτών, των συγγραφέων τους.
- (θρησκεία) αυτόνομο αξίωμα κατωτέρου κληρικού, ο οποίος που διαβάζει τα ιερά κείμενα κατά τη διάρκεια εκκλησιαστικής ακολουθίας, κατόπιν χειροθεσίας (ειδικής ευχής) του επισκόπου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Θρησκεία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)