αναγουλιαστικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναγουλιαστικός αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
γενική αναγουλιαστικού αναγουλιαστικής αναγουλιαστικού
αιτιατική αναγουλιαστικό αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
κλητική αναγουλιαστικέ αναγουλιαστική αναγουλιαστικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναγουλιαστικοί αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά
γενική αναγουλιαστικών αναγουλιαστικών αναγουλιαστικών
αιτιατική αναγουλιαστικούς αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά
κλητική αναγουλιαστικοί αναγουλιαστικές αναγουλιαστικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγουλιαστικός < αναγουλιάζω + -τικός < μεσαιωνική ελληνική γούλα < λατινική gula (λαιμός) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *gʷel- (λαιμός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναγουλιαστικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]