αναγούλα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναγούλα αναγούλες
γενική αναγούλας
αιτιατική αναγούλα αναγούλες
κλητική αναγούλα αναγούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναγούλα < αναγουλιάζω + (αναδρομικός σχηματισμός)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.ˈɣu.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναγούλα θηλυκό

  1. τάση για εμετό
    όταν είδε την ψόφια γάτα, της ήρθε αναγούλα και έφυγε τρέχοντας
  2. απέχθεια για κάτι που δεν εγκρίνεις και σου προκαλεί αηδία
    η συμπεριφορά του είναι τόσο γλοιώδης που μου προκαλεί αναγούλα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]