αναδάσωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναδάσωση αναδασώσεις
γενική αναδάσωσης
& αναδασώσεως
αναδασώσεων
αιτιατική αναδάσωση αναδασώσεις
κλητική αναδάσωση αναδασώσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδάσωση < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναδάσωση θηλυκό

  1. η εκ νέου κάλυψη μιας περιοχής με δάση


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]