αναδείχνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδείχνω < αρχαία ελληνική ἀναδεικνύω, με μεταβολή της κατάληξης στη δημοτική γλώσσα, κατά το δεικνύω > δείχνω[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

αναδείχνω

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]