αναδειγμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναδειγμένος αναδειγμένη αναδειγμένο
γενική αναδειγμένου αναδειγμένης αναδειγμένου
αιτιατική αναδειγμένο αναδειγμένη αναδειγμένο
κλητική αναδειγμένε αναδειγμένη αναδειγμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναδειγμένοι αναδειγμένες αναδειγμένα
γενική αναδειγμένων αναδειγμένων αναδειγμένων
αιτιατική αναδειγμένους αναδειγμένες αναδειγμένα
κλητική αναδειγμένοι αναδειγμένες αναδειγμένα

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναδειγμένος

  • μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναδεικνύω





Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]