αναδεικνύω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: ἀναδεικνύω

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδεικνύω < αρχαία ελληνική ἀναδεικνύω < δεικνύω / δείκνυμι < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *deyḱ-

Ρήμα[επεξεργασία]

αναδεικνύω (παθητική φωνή: αναδεικνύομαι)

  1. προβάλλω, τονίζω, δίνω έμφαση, υπογραμμίζω
  2. συμβάλλω στην ανέλιξη, τη διάκριση
  3. επιλέγω, εκλέγω, διορίζω, αναγορεύω

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]