αναδιπλασιασμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναδιπλασιασμένος αναδιπλασιασμένη αναδιπλασιασμένο
γενική αναδιπλασιασμένου αναδιπλασιασμένης αναδιπλασιασμένου
αιτιατική αναδιπλασιασμένο αναδιπλασιασμένη αναδιπλασιασμένο
κλητική αναδιπλασιασμένε αναδιπλασιασμένη αναδιπλασιασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναδιπλασιασμένοι αναδιπλασιασμένες αναδιπλασιασμένα
γενική αναδιπλασιασμένων αναδιπλασιασμένων αναδιπλασιασμένων
αιτιατική αναδιπλασιασμένους αναδιπλασιασμένες αναδιπλασιασμένα
κλητική αναδιπλασιασμένοι αναδιπλασιασμένες αναδιπλασιασμένα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδιπλασιασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος αναδιπλασιάζω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναδιπλασιασμένος, -η, -ο

δείτε τη λέξη: αναδιπλασιάζω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]