αναδρομικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναδρομικός αναδρομική αναδρομικό
γενική αναδρομικού αναδρομικής αναδρομικού
αιτιατική αναδρομικό αναδρομική αναδρομικό
κλητική αναδρομικέ αναδρομική αναδρομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναδρομικοί αναδρομικές αναδρομικά
γενική αναδρομικών αναδρομικών αναδρομικών
αιτιατική αναδρομικούς αναδρομικές αναδρομικά
κλητική αναδρομικοί αναδρομικές αναδρομικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδρομικός < αναδρομή + -ικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.ðɾɔ.mi.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

αναδρομικός

  1. αυτός που πηγαίνει προς τα πίσω
  2. αυτός που αναφέρεται στην αρχή, που γίνεται σήμερα αλλά ισχύει από το παρελθόν
    αναδρομική ισχύς νόμου
    αναδρομικός φόρος
  3. (γλωσσολογία) → δείτε τη λέξη: αναδρομικός σχηματισμός

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]