αναδρομικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναδρομικός αναδρομική αναδρομικό
γενική αναδρομικού αναδρομικής αναδρομικού
αιτιατική αναδρομικό αναδρομική αναδρομικό
κλητική αναδρομικέ αναδρομική αναδρομικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναδρομικοί αναδρομικές αναδρομικά
γενική αναδρομικών αναδρομικών αναδρομικών
αιτιατική αναδρομικούς αναδρομικές αναδρομικά
κλητική αναδρομικοί αναδρομικές αναδρομικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναδρομικός < αναδρομή + -ικός

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /a.na.ðɾo.miˈkos/

Επίθετο[επεξεργασία]

αναδρομικός -ή, ό

  1. αυτός που πηγαίνει ή είναι τοποθετημένος προς τα πάνω, ή αντίθετα με τη φυσική ροή ή φορά, προς τα πίσω
    αναδρομικό ιστίο (ναυτικός όρος)
  2. που αναφέρεται στην αρχή, που γίνεται σήμερα αλλά ισχύει από το παρελθόν
    αναδρομική ισχύς νόμου
    αναδρομικός φόρος
  3. (γλωσσολογία) → δείτε τη λέξη αναδρομικός σχηματισμός
  4. (πληροφορική) recursive: η συνάρτηση που καλεί τον εαυτό της σε πεπερασμένα βήματα για την επίλυση ενός προβλήματος

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]