αναζωογονημένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναζωογονημένος αναζωογονημένη αναζωογονημένο
γενική αναζωογονημένου αναζωογονημένης αναζωογονημένου
αιτιατική αναζωογονημένο αναζωογονημένη αναζωογονημένο
κλητική αναζωογονημένε αναζωογονημένη αναζωογονημένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική αναζωογονημένοι αναζωογονημένες αναζωογονημένα
γενική αναζωογονημένων αναζωογονημένων αναζωογονημένων
αιτιατική αναζωογονημένους αναζωογονημένες αναζωογονημένα
κλητική αναζωογονημένοι αναζωογονημένες αναζωογονημένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναζωογονημένος < μετοχή παρακειμένου του αναζωογονούμαι < αναζωογονώ

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

αναζωογονημένος -η -ο

  • Έκανα ένα ντους και νιώθω αναζωογονημένος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]