αναζωπυρούμαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]αναζωπυρούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος αναζωπυρώνω
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αναζωπυρούμαι
|
αναζωπυρούμαι
|